Σάββατο 19 Αυγούστου 2017

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΤΣΙΑΙ ΤΣΙΥΡΑ

Αγιά Μαρίνα τσιαι τσιυρά που ποτσιοιμίζεις τα μωρά
ποτσιοίμιστο μωρούϊ μου τσιαι το μιτσικουρούϊ μου
επαρτο πέρα γύριστο τσιαι πάλε στράφου φέρμου το
τσιαι πάλε στράφου φέρμου το, γιατί εν μωρό τσιαι θέλω το
έπαρτο πέρα των περών, τσιει πόσιει καθαρό νερό
να πλύνει τα ρουχούθκια του τσιαι τα πουκαμισούθκια του
να κάμει νάννι, νάννι του τσιαι έσιει δουλειές η μάνα του
τσιαι έσιει δουλειές η μάνα του, να κάμει νάννι, νάννι του
να κάμει νάννι, νάννι του, να κάμει νάννι, νάννι του

Εκεί που τελειώνει η Χλώρακα και αρχίζει η Λέμπα το Τούρκικο ακατοίκητο χωριό από Τούρκους τώρα, πριν πολλά χρόνια η στετέ μου η Δεσποινού μου έλεγε ιστορίες για πλούτη αμύθητα και θησαυρούς αμέτρητους που είναι ακόμα σκεπασμένοι μέσα στη γη και κανένας δεν μπορεί να τους βρει. Είναι μέσα σε μια σπηλιά –η σπηλιά της Αγίας Μαρίνας, έτσι λέγεται-, που είναι θαμμένη μέσα στη γη καλά κρυμμένη, και θα βρεθεί μόνο με το θέλημα του Θεού, όταν η ίδια η Αγία το θελήσει, γιατί έχει ταγμένο τον θησαυρο να χρησιμοποιηθεί για χρόνια και καιρούς όταν θα έρθει η ώρα και όταν χρειαστεί.
Εκεί περιπου που είναι σήμερα κτισμένο το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Μαρίνας ζούσε κάποτε ένας άρχοντας Σαρακηνός με την οικογένειά του και τους εργάτες του, που λέγεται ήταν πολύ πλούσιος, καλός και φιλόξενος.  Το τσιφλίκι του είχε σύνορα τα υψώματα της Λέμπας και όλη την ακτή της θάλασσας από τον Κοτσιά ως την Αλική. Τα κυρίως κτίρια ήταν κτισμένα πανω στα υψώματα και αγνάντευαν όλη τη θάλασσα, είχε ακόμα ξενώνες και μεγάλο μαγειρείο δίπλα στη παραθαλάσσια στράτα που οδηγούσε στην παλιά Πάφο, και εκεί φιλοξενούσε όλους τους περαστικούς. Ήταν πολλή η καλοσύνη του, αγαπούσε όλο τον κοσμο, ήταν Χριστιανός. Ασπάστηκε την Χριστιανοσύνη γιατί όταν γέννησε το μαναδικό του παιδί, αυτό έκλαιγε μέρα νύχτα χωρίς σταμάτημα για μέρες και μήνες. Μη ξέροντας τι να κάμει πήγε σε μάγους και Μουφτήδες, πήγε και σε παπάδες. Μια φορά, μια καλή γριά καλογριά, τον επεσκέφτει και του είπε ότι θα τον βοηθήσει. Έμεινε στο σπίτι του, και μαζί με την κυρά του την χανούμισσα κάθονταν με τις ώρες σιμά στην κούνια του μωρού και το νανούριζαν με το τραγούδι της Αγίας Μαρίνας. Το μωρό άκουε το τραγούδι, σταματούσε να κλαίει και αποκοιμιόταν. Πέρασε καιρός, η Καλόγρια είπε να φύγει. Ο άρχοντας την παρακάλεσε να μείνει μαζί τους, και της έταξε μια εκκλησιά να λειτουργείται. Για να την πείσει τελειωτικά, της έταξε ακόμα ότι αυτός και η οικογένεια του θα γίνονταν Χριστιανοί, έτσι και εγίνηκε.
Τα χρόνια πέρασαν, το εκκλησάκι εγινε ξακουστό και πλήθη πιστών έφταναν από όλη την Πάφο για να προσκυνήσουν.
Από εκείνο τον καιρό και ύστερα, όλα πήγαιναν δεξιά για τον πλούσιο Τσιφλικά, τα πλούτη μαζεύονταν και δεν χωρούσαν οι τόποι να τα βάλει, σκέφτηκε και έσκαψε μέσα στη γη κάτω από την εκκλησιά της Αγίας Μαρίνας μια μεγαλη σπηλιά, όλα του τα πλούτη τα έβαζε μέσα σ αυτήν. Ήταν φύλακας και θησαυροφύλακας η καλή Καλογριά, που είχε επίσης άλλα καθήκοντα την φροντίδα και την μόρφωση του μονογενή του άρχοντα, είχε γίνει πιστό μέλος της οικογένειας.
Τα χρόνια πέρασαν, ο άρχοντας πέθανε, ο μονογιός μεγάλωσε, πέρασε κι άλλος καιρός, πέθανε και αυτός. Να μην τα πολύ ιστορώ, έζησαν τρεις γενιές απόγονοι και βάλε, η Καλογριά ζούσε μαζί τους, φύλαγε τα υπάρχοντα τους μέσα στη σπηλιά που είχε ξεχαστεί απ όλους. Μια φορά ένα γιος από τους απογόνους αρρώστησε βαριά, και ο πατέρας του είδε στον ύπνο του την Αγία να τον προστάζει να σφραγίσει την σπηλιά που ήταν γεμάτη χρυσάφι και να την αφήσει τάμα σε αυτήν παντοτινά, έτσι και έκαμε. Το παιδί εγινε καλά. Από τότε η πίστη όλης της οικογένειας μεγάλωσε ακόμα παραπάνω, και έβαλαν ένα χρυσό καντήλι να καίει ολη μέρα και όλη νύχτα μπροστά στην εικόνα της μεγαλομάρτυρας Αγίας. Η εικόνα ήταν θαυματουργή και προφύλασσε την οικογένεια με τα θαύματα της. Μια φορά ένας περαστικός από το τσιφλίκι που πρώτα έτυχε της φιλοξενίας των οικοδεσποτών, και αφου αυτοί του έδωσαν να φάει και τον περιποιήθηκαν και του έστρωσαν κρεβάτι να κοιμηθεί, αυτός σηκώθηκε τα μεσάνυχτα, μπήκε στο εκκλησάκι και έκλεψε το χρυσό καντήλι. Ξεκίνησε και έφυγε, όλο το βράδυ ταξίδευε, αλλά το πρωί βρέθηκε πάλι στο ίδιο μέρος γιατί η Αγία Μαρίνα δεν τον άφησε να φύγει με το χρυσό καντήλι που έκλεψε.
Η ιστορία αυτή είναι πολύ παλιά, πριν το 1300 μ.Χ., αφου η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας και το μεγάλο τσιφλίκι χάθηκαν από προσώπου γης ύστερα από τον μεγάλο σεισμό και το φοβερό τσουνάμι που συνέβηκε το 1347. Ήταν τον αιώνα, που ο μαύρος θάνατος, έτσι ονόμασαν οι άνθρωποι την  πανούκλα η οποία ακλουθώντας μια θανατερή πορεία από την Κίνα στην Ασία και ακολούθως στην Ευρώπη, έφτασε και στην Κύπρο η οποία επλήγει με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Μόλις η επιδημία εμφανίστηκε το καλοκαίρι του 1347, ακόμα ένα κακό ήρθε να συμπληρώσει τη καταστροφή. Ένας ιδιαίτερα δυνατός σεισμός κατέστρεψε τα πάντα. Το σεισμό ακολούθησε ένα παλιρροιακό κύμα που σάρωσε μεγάλες περιοχές του νησιού, και κατέστρεψε ολοσχερώς όλες τις φυτείες και τα κτίρια που υπήρχαν στα παράλια. Το μεγάλο κύμα έφτασε μέχρι τα υψώματα, και υποχωρώντας δεν άφησε τίποτα, τα σάρωσε όλα από προσώπου γής. Από τότε έμεινε μονο η διήγηση από στόμα σε στόμα για το μεγάλο σπήλαιο που είναι γεμάτο χρυσάφι, και ευρίσκεται μέσα στη γη. Λέγεται ότι όποιος το βρει και το αντικρύσει πρώτος, θα μείνει στον τόπο, θα πεθάνει στη στιγμή. Λέγεται ακόμη ότι το σπήλαιο βρέθηκε από τον Χαράλαμπο Λεωνίδα Χριστοδούλου άλλως Μαύρο, και ήταν γεμάτο περίκαλλα βάζα ανεκτίμητες αρχαιότητες, που μη ξέροντας την μεγαλη τους αξία τα έσπασε ελπίζοντας κατά πως έλεγε η παράδωση, να βρει μέσα τους τον κρυμμένο θησαυρό...


Η ιστορία αυτή γράφτηκε ξημερώματα Δευτέρας 7 του Φεβράρη 2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου